Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2016

Αυτόν τον καιρό συμπληρώνονται 92 χρόνια από την ΕΞΟΔΟ ΤΩΝ ΚΡΩΜΝΑΙΩΝ από τα πάτρια εδάφη (1/2/1924). Μια προσωπική ματιά ως συμβολή στο θέμα.


Εικ.9 Το ταξίδι του ξεριζωμού
                                                              Η έξοδος
                                 Στιγμές από τον ξεριζωμό των κατοίκων της Κρώμνης

                                             [το κείμενο συνοδεύεται από 13 εικόνες στο κάτω μέρος και 32 υπερσυνδέσμους Link]

Χειμώνας του 1923-24 σ’ ένα από τα πιο ξακουστά χωριά του Πόντου1, την Κρώμνη2. Λιγοστοί οι εναπομείναντες κάτοικοι των οικισμών-ενοριών της3. Ήδη κάποια γειτονικά χωριά έχουν αδειάσει σε εφαρμογή της Συνθήκης Ανταλλαγής Πληθυσμών της Λοζάνης4. Και οι Κρωμναίοι ξέρουν ότι πλησιάζει η σειρά τους. Η ζωή κυλάει πολύ δύσκολα. Τα τρόφιμα ελάχιστα, δραστηριότητες που κάποτε έδιναν ζωή στην περιοχή έπαψαν, εισοδήματα δεν υπάρχουν. Μια μόνο ελπίδα έχουν, να μπορέσουν να φύγουν την άνοιξη, παίρνοντας το σύντομο δρόμο πάνω στα βουνά5. Έτσι θα έπαιρναν μαζί τους τις αγελάδες τους, εξασφαλίζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο τη διατροφή τους μέχρι την Τραπεζούντα6.
Το ίδιο σκηνικό και στην αετοφωλιά της Κρώμνης(εικ.1), το Λυκάστ7 . Πέντε οικογένειες όλες κι όλες έμειναν μέχρι το τέλος8. Σε όλη τη διάρκεια των ταραχών του πολέμου πολλοί έφευγαν και εγκατέλειπαν οριστικά την πατρίδα τους. Ο εύλογος φόβος των κατοίκων δυνάμωσε από το κύμα διωγμών που ακολούθησε την επικράτηση των κεμαλικών στην ευρύτερη περιοχή. Άλλωστε δυο επιφανή τέκνα του Λυκάστ(εικ.2), ο Ματθαίος Κωφίδης9 και ο Αλέξανδρος Ακριτίδης10, είχαν εκτελεστεί με αποφάσεις των  ψευδεπίγραφων «δικαστηρίων» της Αμάσειας το 192111
Ανάμεσα στους λιγοστούς κατοίκους και ο δάσκαλος Σπύρος Παπαδόπουλος12, γιος του παπά-Αδάμ Ακριτίδη13, με τη γυναίκα του Ελένη, κόρη του παπά-Κωνσταντίνου Παπαδόπουλου από το Σταυρίν14. Μαζί τους και τα παιδιά τους, ο Αδάμ, ο Χρήστος και η Ευθυμία. Η Ελένη σε προχωρημένη εγκυμοσύνη έχει να γνοιαστεί και τον επερχόμενο τοκετό. Άραγε πού και πώς θα γεννήσει; Δύσκολη, για την εποχή εκείνη, υπόθεση η γέννα γίνεται ακόμη δυσκολότερη εξαιτίας της αβεβαιότητας και της γενικότερης ανασφάλειας. Οι φροντίδες της για το σπιτικό, τα παιδιά και τον άντρα της πολλές, παρόλα αυτά ξεκλέβει λίγο χρόνο για να ετοιμάσει και τα απαραίτητα για το αναμενόμενο γεγονός. Πάνες, ζιπουνάκια, φασκιές, καλτσάκια και άλλα τέτοια ράβει, πλέκει και τακτοποιεί σαν καλή νοικοκυρά σε ένα μικρό μποξά. Μπορεί να τα χρειαστεί πριν το μεγάλο ταξίδι, μπορεί μετά ή, ακόμη χειρότερα, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Οι Μοίρες της γέννας, όμως, δεν αφουγκράστηκαν την αγωνία της Ελένης!
Τα παιδιά, ιδίως τα μεγαλύτερα, συμμερίζονται τα προβλήματα των γονιών τους και τους βοηθούν στο ξεπέρασμα κάποιων δυσκολιών. Τον υπόλοιπο χρόνο βγαίνουν απ’ το σπίτι, απολαμβάνουν το χιονισμένο τοπίο, προσλαμβάνουν με όλες τους τις αισθήσεις και αποτυπώνουν εικόνες, μυρωδιές και ήχους. Αυτά, μαζί με κάποιες άλλες αναμνήσεις, θα αποτελούν σε λίγο καιρό την πατρίδα τους.  Κι αυτή την πατρίδα θα υμνήσει αργότερα, στη νέα πατρίδα, ο Χρήστος (εικ.3) με τη λύρα και το τραγούδι του: Εμέν Κρωμέτα λέγ’νε με κι εγώ Κρωμέτες κ' είμαι. Το σπίτι μ’ σ’ Ανατολικόν και Λυκαστέτες είμαι15.
Τα πράγματα θα ήταν έτσι αν δε μεσολαβούσαν μεγαλύτερες ακόμη δυσκολίες. Στην περιοχή της Κρώμνης βρέθηκαν, αναζητώντας προσωρινό καταφύγιο για τον χειμώνα, οι Σανταίοι αντάρτες του καπετάν Ευκλείδη(εικ.4). Ο ηρωικός τους αγώνας τους έκανε ξακουστούς σ’ ολόκληρο τον Πόντο και κατέστησε τη Σάντα το νέο Σούλι σ’ ένα καινούργιο ’21. Τώρα, όμως, ο αγώνας βρέθηκε σε αδιέξοδο. Η Συνθήκη δεν αφήνει περιθώρια ελπίδων. Η έξοδος είναι προδιαγεγραμμένη. Η προσπάθειά τους έναν σκοπό έχει πλέον, να μπορέσουν να κρυφτούν και να σωθούν μέχρι να βρουν τρόπο μετάβασης στη Ρωσία. Ο Ευκλείδης ήξερε τον δρόμο, αλλά οι δύσκολες συνθήκες του ποντιακού χειμώνα δεν το επέτρεπαν προσώρας.  Έπρεπε να βρουν κατάλυμα μέχρι την άνοιξη. Ο αδερφός του Ευκλείδη, ο Κώστας Κουρτίδης, καταγράφει λεπτομερώς, με καθημερινές σημειώσεις στο Ημερολόγιο των ανταρτών της Σάντας, όλες τις σχετικές τους ενέργειες16.
Αρχές του Δεκέμβρη και αφού απογοητεύτηκαν από όλους τους Ιμερίτες και Κρωμναίους, από τους οποίους ζήτησαν βοήθεια, κατέφυγαν στον Αχιλλέα Φιρτινίδη(εικ.5), προεστό της Κρώμνης. Ούτε κι αυτός μπορούσε να τους κρύψει. Όμως σαν λύση σκέφτηκε τον δάσκαλο από το Λυκάστ, τον Σπύρο Παπαδόπουλο(εικ.6). Του έγραψε και τα σχετικά για να τον ενθαρρύνει να τους δεχτεί. Οι αντάρτες τότε με την καθοδήγηση του Γιώργου Φιρτινίδη(εικ.7), επίσης δάσκαλου, φτάνουν στα Διπόταμα κάτω από το Λυκάστ. Από κει μόνοι τους πια ανέβηκαν την απότομη ανηφοριά και έφτασαν σούρουπο στο σπίτι του Σπύρου. Εκείνος έλειπε στην Άρδασα για υπόθεση του χωριού του και τους υποδέχτηκαν οι γυναίκες του σπιτιού (η Ελένη και οι κουνιάδες της). Τους έστρωσαν στο σχολείο και τους έφεραν φαγητό. Την άλλη μέρα ήρθε και ο Σπύρος. Στο αίτημά τους απάντησε πρόθυμα: «…και εγώ απλώς θα κάνω το καθήκον μου σε τέτοιες περιστάσεις που είναι επικίνδυνες διά το έθνος. Θα φροντίσω όσον μπορώ»17. Έτσι πέρασαν κάμποσες μέρες. Τρόφιμα έφερνε ο ίδιος ο Γιώργος Φιρτινίδης για να μη διαδοθεί το μυστικό.
Ανήμερα των Φώτων και μετά από πληροφορίες για κάποιες απόπειρες στρατιωτικών αποσπασμάτων να ανέβουν στο Λυκάστ, οι αντάρτες μετακινήθηκαν λίγο πιο έξω από το Λυκάστ, σ’ ένα παρχάρι που είχε και καλύβι, μια ώρα δρόμο από το χωριό. Τους τακτοποίησαν και τους έφεραν φαγητό. Δυο μέρες μετά ήρθε πάλι ο Σπύρος να τους φέρει το μεγάλο μαντάτο. Τους βρήκε ταλαιπωρημένος και φοβισμένους και τους είπε: «…μην φοβάστε, ο στρατός σήμερα έφυγε. Αλλά ήλθαν άλλοι δύο αξιωματικοί οίτινες έφεραν διαταγήν από Τραπεζούντα εντός τριών ημερών να ετοιμασθούμε να φύγωμε, διότι Ελληνικά πλοία έφθασαν εκεί διά να μας πάνε στην Ελλάδα κατόπιν της αποφασισθείσης ανταλλαγής των πληθυσμών»18. Οι αντάρτες χάρηκαν γιατί πίστευαν ότι θα βρουν τρόπο να διαφύγουν κι αυτοί.
Οι αντάρτες έφυγαν κι έμειναν μόνοι τους οι Λυκαστέτ’ για να κανονίσουν τα της φυγής. Οι προσπάθειες που έκανε ο Αχιλλέας Φιρτινίδης για να καθυστερήσει τη φυγή έφεραν προσωρινή μόνο αναβολή. Έτσι την 1η Φεβρουαρίου φορτώθηκαν με ό,τι μπορούσε ο καθένας και συγκεντρώθηκαν μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Χριστοφόρου(εικ.8). Ο Σπύρος μπήκε μέσα, κατευθύνθηκε στο Ιερό και πήρε μαζί του το ευλογημένο λείψανο του χεριού του πατέρα του. Αυτό θα αποτελούσε το σύνδεσμο ανάμεσα στην παλιά και στην καινούργια πατρίδα, κάτι σαν το ιερό πυρ των αρχαίων προγόνων. Εκείνο το παλιό ιερό πυρ «έσβηνε» τώρα μετά από τρεις χιλιάδες χρόνια συνεχούς παρουσίας του Ελληνισμού στον Πόντο. Αποχαιρέτισε μετά τους προγόνους του που βρίσκονταν θαμμένοι στο προαύλιο της εκκλησίας και απολογήθηκε σ’ αυτούς για την ακούσια εγκατάλειψη. Τη νεκρική σιγή διέκοψε ο θόρυβος από το καραβάνι των Κρωμναίων που πλησίαζε στα Διπόταμα. Έριξαν τότε μια τελευταία κλεφτή ματιά στο χωριό και αμίλητοι πήραν τον κατήφορο για να ενωθούν με τους Κρωμναίους. Αυτές τις στιγμές περιγράφει ο Πόντιος γιατρός, ποιητής και πολιτικός Φίλων Κτενίδης19 στην Καμπάνα του Πόντου20:

        Εμπροδιαβαίνει το Σταυρίν, η Μούζαινα ακλουθά ‘το,
    με το Παρτίν, τη Βαρενού και το Λυκάστ εντάμαν.
             …………….
    Η Κρώμ’ τη χαράς το πουλίν, τη τραγωδί η μάνα,
    μωρού κασέλαν έχτισεν, ας ση λύρας το ξύλον,
    εποίκεν φορτοδέματα τη κεμεντζές τα κόρδας,
    εφορτώθεν, η άκλερος, το λείμψανον τη ψής ατς…

Με μεγάλη δυσκολία μετακινούνταν αυτή η οιονεί νεκρική πομπή. Παιδιά, γέροντες, άρρωστοι σέρνονταν κυριολεκτικά μέσα στο χιονισμένο και παγωμένο τοπίο. Η πρώτη τους στάση για διανυκτέρευση ήταν στις Πέντε Εκκλησιές(εικ.9) στον Χαρσιώτη ποταμό. Στις 2 Φεβρουαρίου έμειναν στην Άρδασα. Σ’ αυτά τα δυο μέρη η περιποίηση από τους Τούρκους συμπατριώτες τους ήταν υποδειγματική. Από κει και πέρα συνάντησαν την αδιαφορία και την κακεντρέχεια (Γ.Φιρτινίδης, ΚΡΩΜΝΗ). Στις 4 Φεβρουαρίου στάθηκαν στη Ζύγανα, στις 5 στο Χαψίκιοϊ, στις 6 στο Ματαρατσί (χάνια μετά το Τζεβιζλούκ) και στις 7 έφτασαν στην Τραπεζούντα.

Μαύρον πουλίν επέταξεν ση Πόντου τα ρασία
επέταξεν κι ελάλεσεν, άγρεν χαπέρ εφέκεν.

''Θα ξενητεύνε οι Ρωμαίοι κι άλλο οπίσ' κι έρχουν''.
Κλαίγνε ρασία και βουνά, ορμία και ποτάμια,
κλαίγνε χωρία άκλερα και μαύρα πολιτείας,
κλαίει και η Κρώμ' και θλίφκεται μοιρολογά και λέει:

Ν' αϊλλοί εμέν και βάι εμέν, επέμνα μάρσα σώρα,
επέμνα χώρα άχαρος, κοχράκα ματωμέντσα...
                              
                                                                   Γ. Π. ΦΙΡΤΙΝΙΔΗΣ 1966
                                                                 από το βιβλίο Η ΚΡΩΜΝΗ 
 (εικ.10)

Στην επιτροπή απογραφής των προσφύγων απασχολήθηκε και ο Σπύρος για να βοηθήσει, ως εγγράμματος, τους συγχωριανούς του. Όταν τακτοποιήθηκαν όλοι, πήρε κι αυτός με την οικογένειά του το τελευταίο καράβι. Οι συνθήκες επιβίβασης τραγικές για τους εμπερίστατους κι ανάμεσα σ’ αυτούς κι η Ελένη, που δεν κατάλαβε πώς μέσα στο «συνωστισμό» χάθηκε ο μικρός εκείνος μποξάς με τα μωρουδιακά που είχε ετοιμάσει για τη γέννα. Το αργοκίνητο καράβι έπιανε σε κάθε λιμάνι που περίμεναν Έλληνες κι έκανε το ταξίδι ακόμη πιο μεγάλο, πιο κουραστικό. Οι συζητήσεις των μεγάλων αφορούσαν τα πρακτικά μέτρα επιβίωσης στη νέα πατρίδα. Ακόμη και καυγάδες για τις νέες προοπτικές ξεσπούσαν μεταξύ των προσφύγων. Κάποιο ενδιαφέρον παρουσιάζει εδώ μια αναφορά του Χρ. Τσαρτιλίδη στο βιβλίο του «Η Κρώμνη από τον παππού στον εγγονό»(εικ.11). Αναφερόμενος στον Κρωμναίο δάσκαλο Δάμωνα Δαμιανό και τις πολιτικές αντιλήψεις του, τις οποίες κρίνει από συντηρητική άποψη κακές, αναφέρει κάποια στιγμή ότι ο Δάμων με τον συνάδελφό του Σπύρο (του οποίου αγνοεί το επώνυμο) από το Λυκάστ προέτρεπαν τους συμπατριώτες τους, όταν εγκατασταθούν στην Ελλάδα, να ψηφίσουν δημοκρατία και μάλιστα αγροτική δημοκρατία. (Ο Δαμιανός, επιστήθιος φίλος του Σπύρου, εγκαταστάθηκε μετά την ανταλλαγή στο Μεσόβουνο της Πτολεμαΐδας)
Και κάποια στιγμή έγινε και το αναμενόμενο, οι πόνοι του τοκετού έπιασαν την Ελένη(εικ.12) καταμεσής στη θάλασσα. Οι άλλες γυναίκες πρόθυμα βοηθούσαν, μα τι βοήθεια μπορούσαν να προσφέρουν; Καταχείμωνο ήρθε στον κόσμο το κοριτσάκι, χωρίς τα απαραίτητα για νεογέννητο. Έκοψαν οι γυναίκες η καθεμιά ένα κομμάτι από το φουστάνι της και τα ένωναν όλα σε ένα για να υποκαταστήσουν τις πάνες. Τα μπαλωμένα αυτά και χοντροκομμένα υφάσματα άφησαν για καιρό τα αποτυπώματά τους στο ευαίσθητο κορμάκι του μωρού. Οι δύσκολες, πάλι, συνθήκες του ταξιδιού, η συνύπαρξη με άρρωστους, ετοιμοθάνατους ακόμη και πεθαμένους δεν προοιώνιζαν βέβαιο το μέλλον του μωρού. Το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να βαφτίσουν το νεογέννητο «για να μην πάει αφώτιστο». Το οικογενειακό όνομα που λογικά θα έπαιρνε ήταν το όνομα της δεύτερης γιαγιάς, Ελισάβετ. Όμως ο πατέρας πρότεινε και οι υπόλοιποι συμφώνησαν να δώσουν στο κορίτσι ένα όνομα σημαδιακό, κάτι σαν ευχή. Για να αναγκάσουν το στοιχειό της θάλασσας να «γαληνέψει» και να κάνει το ταξίδι πιο εύκολο, έδωσαν στο νεοφώτιστο το όνομα Γαλήνη. Και η ευχή αυτή έπιασε22.
Το καράβι έφτασε στον προορισμό του και οι περισσότεροι επιβάτες βγήκαν σώοι στην προσφυγομάνα Καλαμαριά23(ερημική τότε περιοχή της Θεσσαλονίκης). Μετά την καραντίνα24 και μικρή παραμονή στην Καλαμαριά ο Σπύρος αποφάσισε ότι το κλίμα στην παραθαλάσσια αυτή περιοχή δεν ήταν υγιεινό για την οικογένειά του και μετακινήθηκε χωρίς πολλούς συμπατριώτες του πιο δυτικά, στα Καϊλάρια25 (σημερινή Πτολεμαΐδα). Εγκαταστάθηκε στο εγκαταλειμμένο από τους Τούρκους Ίνελή26 (μετέπειτα Ανατολικό). Αδέρφια του έμειναν στην Καλαμαριά, στα Παλατίτσια της Βέροιας και στο Προάστιο (Δουρουτλάρ) της Πτολεμαΐδας. Τρεις πληθυσμιακές ομάδες είχαν εγκατασταθεί στο Ανατολικό: Προυσαλήδες από τα Κουβούκλια27, Μικρασιάτες από το Κόλντερε28 της Μαγνησιάς (που τους αποκαλούσαν Σμυρνιούς) και Πόντιοι από τα Λερία29 της Αργυρούπολης30. Ο Σπύρος επέλεξε να μείνει μεταξύ Μικρασιατών και Προυσαλήδων. Ήταν άλλωστε και ο πρώτος δάσκαλος31 του χωριού και επειδή πίστευε ότι η εγκατάσταση αυτή, παρά τις προσδοκίες πολλών, θα ήταν μόνιμη, ήθελε να δείξει με την πράξη του αυτή έναν τρόπο συνύπαρξης και συμβίωσης ετερόκλητων και αταίριαστων μέχρι τότε στοιχείων.

Η εγκατάσταση αυτή ολοκληρώθηκε με την εναπόθεση από τον Σπύρο στο ιερό της εκκλησίας του Ανατολικού του πατρικού λειψάνου32. Το τεμάχιο λειψάνου του π. Αδάμ Ακριτίδη, πατέρα του Σπύρου Παπαδόπουλου, σύμφωνα με μαρτυρία του π. Σάββα Καπουργατσίδη, παλιού μαθητή του Σπύρου, υπήρχε ακόμη στο ιερό του ναού τον Ιανουάριο του 2008, όταν και πέθανε η μητέρα μου Γαλήνη.
                                                                                                             Αθήνα 4 Ιανουαρίου 2016
                                                                                                                    Στέλιος Γκαλάς

(αφιερώνεται στη μνήμη της μητέρας μου Γαλήνης που πέθανε 5 Ιαν 2008)



                                              Υπερσύνδεσμοι - Link



                                                  ΕΙΚΟΝΕΣ
Εικ.1 Η Κρώμνη

Εικ.2 Το Λυκάστ

Εικ.3 Χρήστος Παπαδόπουλος (δεξιά)

Εικ.4 Ο Ευκλείδης Κουρτίδης

Εικ.5 Αχιλλέας Φιρτινίδης

Εικ.6 Σπύρος Παπαδόπουλος

Εικ.7 Γεώργιος Φιρτινίδης
Εικ.8 Ο Άγιος Χριστόφορος και σε πρώτο πλάνο το σπίτι του Σπύρου

Εικ.9 Το ταξίδι του ξεριζωμού

Εικ.10 Η ΚΡΩΜΝΗ του Γ. Φιρτινίδη

Εικ.11 Η ΚΡΩΜΝΗ του Χ, Τσαρτιλίδη

Εικ.12 Ελένη Παπαδοπούλου








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου