Τρίτη, 22 Μαρτίου 2016

Τα κέτζια για την Κρώμνη. Μια όμορφη περιγραφή του ταξιδιού από Τραπεζούντα για Κρώμνη. (Από τη σελίδα Terra Pontus)

Τον καλό καιρό, πριν το μεγάλο πόλεμο, οι Κρωμναίοι της Τραπεζούντας παραθέριζαν στο χωριό τους. Μαζί τους κι άλλοι Τραπεζούντιοι. Η μετάβαση στα ορεινά και η επιστροφή έπαιρνε πανηγυρικό χαρακτήρα. Στα κείμενα που ακολουθούν περιγραφή του φαινομένου "κέτζια" από τον Μιχ. Μεταλλείδη. 

Πηγή 1ου μέρους:http://terra-pontus.blogspot.gr/2015/03/1.html
Πηγή 2ου μέρους:
http://terra-pontus.blogspot.gr/2015/03/2.html


Τρίτη, 15 Μαρτίου 2016

Βαρενού, η εύανδρος κώμη. Άρθρο του Γιάννη Ευρ. Παπαδόπουλου-Χαριτάντη στο http://pontosworld.com

Πηγή:pontosworld.com

Λίγο μετά την πτώση της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας στα χέρια  των Τούρκων, το 1461, κάποιοι προνοητικοί Έλληνες Τραπεζούντιοι, αλλά και κάτοικοι παράλιων πόλεων, αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και διάλεξαν να χτίσουν τα χωριά τους στα βουνά, όσο πιο ψηλά γινότανε, για να γλιτώσουν από την αγριότητα του κατακτητή.

Από τον Γιάννη Ευρ. Παπαδόπουλο-Χαριτάντη
Ο Γιάννης Χαριτάντης, ομότ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών, είναι Πόντιος δεύτερης γενιάς Ποντίων προσφύγων του 1922. Οι γονείς του Ευριπίδης και Χαρίκλεια γεννήθηκαν στη Βαρενού του Πόντου.
Ιανουάριος 2016

Η ορεινή περιοχή της Χαλδίας έγινε το καταφύγιο πολλών Ελλήνων του Πόντου. Εκεί, για πολλά χρόνια ζούσαν σε απομόνωση από τις τουρκικές κοινότητες, αλλά, με αξιοζήλευτη ελληνική κοινωνική και χριστιανική οργάνωση. Αυτός ο τρόπος οργάνωσης - η κληρονομιά τους από την αυτοκρατορική πόλη - ήταν αυτός που συνέβαλλε ουσιαστικά στην διατήρηση της ελληνικής και χριστιανικής τους ταυτότητας στα μετέπειτα χρόνια, αλλά, και της ανάπτυξης της περιοχής. Ήσαν οι πιο πολλοί άνθρωποι που ξεχώριζαν για τη μόρφωσή τους και την έφεσή τους στα γράμματα. Κάποιοι από αυτούς διαλέξανε τον νέο τους τόπο νοτίως της Τραπεζούντας, περί τις δέκα ώρες απόσταση με ζώο. Και όπως αυτή η ιστορία μεταφέρθηκε από στόμα σε στόμα, ένα από αυτά τα πολλά χωριά που δημιουργήθηκαν τότε, ήταν και η Βαρενού. Για τη μαρτυρία αυτή δεν διαθέτω ιστορική τεκμηρίωση, όμως, βασίζεται σε ακούσματα από συγγενείς μου, αλλά, και άλλους Πόντιους κατοίκους του χωριού.
Η κοντινότερη πόλη, δυτικότερα της Βαρενούς, ήταν η Αργυρούπολη (Gümüşhane) σε απόσταση τρεις και κάτι ώρες με ζώο. Το χωριό τους το χτίσανε στις παρυφές του βουνού Κουλάτ Δαγ, σε μια κατεβασιά του βουνού που ήταν ξεχωριστή από μακριά για το σχήμα της, γιατί έμοιαζε πολύ με ουρά κροκόδειλου. Στην ανατολική πλευρά αυτής της ουράς υπήρχε ένας απότομος βράχος, κάτω από τον οποίο χτίσανε τα σπίτια τους. Τον βράχο το ονόμασαν Κροκότειλο (ή Κροκόδειλο). Ορισμένα από τα πρώτα σπίτια, που σώζονταν ακόμα, μέχρι και την εποχή του εκδιωγμού το 1922, ήταν χτισμένα επάνω σε κορμούς δέντρων, αφού, η περιοχή ήταν αρχικά δασώδης. Ο Κροκότειλος ήταν πάντα το σημάδι προσανατολισμού τους, όταν από μακριά προσέγγιζαν το χωριό. Ιδιαίτερα, όταν όλα ήταν σκεπασμένα με χιόνι, ο Κροκότειλος ήταν ο φάρος τους. Στο χωριό, που έχτισαν σε υψόμετρο 1750 μέτρα, δώσανε το όνομα Βαρενού[1], όμως, η προέλευση του ονόματος έχει χαθεί. Την εποχή του ξεριζωμού των Ελλήνων του Πόντου, στο τέλος του 1922, το χωριό αριθμούσε περί τις ογδόντα οικογένειες και σχεδόν κάθε οικογένεια είχε αναδείξει τουλάχιστον έναν σπουδαγμένο.


Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2016